Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Χωρις τίτλο

Αμυδρό φώς,
παρμένο απο χώμα
μας λούζει,
λιβανίζει τη σάρκα.
Μα γνωρίζουμε την ματαιότητα
της καλοκαιρινής βροχής,
μπρός τα βρόχια του ηλίου .
Δε βαδίζουμε εμείς
με τα αρπαχτικά νερά,
μόνο ριζώνουμε στις όχθες.
Λευκά τα νύχια σκάβουνε τη γη
να βρούνε την αρχή στο νήμα
και τα ανοιχτά κεφάλια μας
εκτείνονται στα φώτα του ουρανού.
Να βρούνε μια λύση

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Όλα γύρω αναπαύονται.
Η βαπτισμένη γη, μυροβόλος σταθμός της σάρκας.
Μα χορεύουν οι νότες ασυνάρτητα, δίχως μέτρο
σαν βλέμματα παιδιών που κρύβονται στα στήθια,
στροβιλίζουν στα κλαδιά της πασχαλιάς.
Εκεί που χρυσίζει της αράχνης το υφαντό με κρύσταλλα βροχής.
Έτσι μεγαλώνουμε. Σα διάτρητες στο φως χορδές,
χωνευτήρια στιγμών που ίσως να θυμίζουν αποχαιρετισμό.
Το εσώτερο νοσταλγικό αντίο.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Το τριαντάφυλλο


Ποιο πνευμόνι βρόντηξε
και τον αέρα έβαψε ντροπή;
Φωτιά αγαπημένη.
Στα τριάντα βλέφαρα σου ψάχνω τη χαράδρα της ψυχής
κι’ ανακατεύομαι σε κλωστές
που λιώνουν καψαλίζοντας τις άκρες.
Αίμα δαχτύλου απαλό, γλυκή μου νιότη.
Γέψου το τρελέ μου,
μονάχος τ’ άφησες και σκάλωσε,
στο σώμα ενός ονείρου

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Δειλινό

Βούλιαξε ο θολωτός πέπλος του εσώτερου
στις σταχτοπράσινες στέπες
και τις ευγενικές ματιές της βελανιδιάς.
Έγειρε ο πορτοκαλεώνας μα κράτησα την τελευταία θέρμη του
για να χω φλόγα στα σκοτάδια,
να λέω πως οι σκιές από μένα είναι παρμένες.
Μα σαν δε βρήκα όγκους στα επίπεδα να φέξω.
Σφεντόνισα τα μάτια μου σε αυτό το γυναικείο πρόσωπο,
είναι σκαμμένο, γεμάτο ορυχεία που ξεβράζουν το ασήμι.
Ύστερα δάκρυζε αγιάζι, γιασεμί, μελάνι.
Και ότι άλλο μελιχρό έχει η νύχτα να προσφέρει

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

...

Υπήρξα
Κάτω από σχιστόλιθους
Που λαξεύει η στάλα της βροχής
Και αναδύονται οι παπαρούνες
Λαχτάρισα
Να ακούσω το τραγούδι του παιδιού
Το άκουσμα της κόμης σου στον αιθέρα
Ευωδία ανθού αμυγδαλιάς όπως σου μοιάζει
Ένιωσα
Την ψυχή μου, όταν φώναξε
Κι έμοιασε στα πράσινα ρόδα
Μα ο ήχος αντάμωνε φλογερές σαΐτες
Τώρα
Τα χέρια μου κοράλλια
Δέντρα που διψούν
Κλάμα μωρού για γάλα

Έτσι απόμεναν

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Η μερα και η νυχτα σε χαι κου

Χνούδια απαλά
Καρφωμένα σε τρούλο
Γαλάζιο σχιστό

Πύρινα βέλη
Χρυσίζουνε τα χέρια
Λίθινης λεύκας

ΓλυκόςΑγέρας
Πάλλεται στις ψυχορδές
Στάζει η νότα

Άνοιξε στήθος
Ξεχειλίστε οφθαλμοί
Πληγές κεντήστε


Θλίψης αστέρια
Άλαλα, χλωμά, σβήνουν
Αβύσσου ελπίς

Μετάλλου οδός
Προορισμός η αρχή
Πέλαγο νυχτιάς

Αιόλου βούρλα
Στροβιλίζει τα πέπλα
Θρήνος σφυριχτός

Άνοιξε στήθος
Ξεχειλίστε οφθαλμοί
Πληγές μου σκάψτε

Ενα τραγουδάκι για τον Ν. Άσιμο


Μοιάζει στα δάση και τα βουνά
Τρέχει μακριά από τα ήρεμα νερά
Και κάπου τώρα αλυχτά
Γιατί του κλέψαν την καρδιά.

Σαλτάρει τώρα ο νους
Σε λαβύρινθο από τους φριχτούς
Μπούχτισε από τις σκιές
Και χάνεται στις καλαμιές.

Είναι αυτός που αράχνες κέντησαν στο φώς
Είναι αυτός που ο χρόνος στέρησε το βιος
Είναι αυτός που το όνομα του είναι τρελός

Έσπασε την μονοτονία
Διακρίθηκε στην ευτυχία
Ατένισε τη μελαγχολία
Και τέλος του μείνε η σχιζοφρενοβλαβία

Μοιάζει στης μύγας τα φτερά
Που στριγκλίζει μέσα σε αυτιά
Προβάτων που διαβάνουν
Κι εύχονται να την ξεκάνουν

Είναι αυτός που αράχνες κέντησαν στο φώς
Είναι αυτός που ο χρόνος στέρησε το βιος
Είναι αυτός που το όνομα του είναι τρελός

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Χα!

Κοίτα ο άνθρωπος πως μοιάζει στο λουλούδι
Πως τα πέταλα μαραίνονται
Και λίπασμα της ρίζας τους γίνονται
Ανοιχτό κεφάλι κυνηγά το φώς
Λευκή ρίζα σκάβει στα έγκατα
Κορμός αγέρωχος ατράνταχτος
Που γύρω ζουν τα χέρια
Ο στήμονας σαλεύει στον αέρα
Τον έρωτα να αδράξει
Και πάνω από όλα η μέλισσα
Που στο βούισμα της δονείτε η πλάση
Για δες το τέλειο ζώο,
πως μοιάζει στο λουλούδι!

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Νεφ




Ο χώρος μονό για τα όνειρα κοιμάται,
βέβαια εφιάλτες συνήθως βλέπει

Μακρόσυρτα ουρλιαχτά αχνών Νοτιάδων
που χάθηκαν κάτω απ’ της γέφυρας τα σαπισμένα σίδερα.

Ξεφτισμένες μάζες ονείρων που τις ρούφηξε
ωκεανός και τις ξέβρασε
στους σκοτεινούς σορούς μιας αμμουδιάς.

Το τρεμάμενο δάχτυλο του γέροντα που δείχνει
το θαμπό ζερό, πεδίο μάχης θεών κι ανθρώπων.

Το σκίασμα το δρεπανιού που ξαγρυπνά στα στήθια μας.

Το σκιάχτρο των αγρών που καλεί ετοιμοθάνατους
ν΄αρπάξουν τους αιώνιους καρπούς, ελεύθεροι πια απ’ τα δεσμά τους.

Ο λύκος μακριά από την αγέλη, συνοδεύει υμνώντας
το ξεμύτιασμα του φεγγαριού στα νώτα των βουνών.

Φλογίτσα κιτρινισμένου κεριού στ’ αρπακτικό σκοτάδι˙ είναι η ψυχή;

Το πέταγμα της φωτεινής αχτίδας που στόχο δεν βρίσκει,
βούισμα πεταλούδας σε λευκό κρανίο.

Άνοιγμα βλεφάρων, ο χρόνος επιστρέφει
και τ’ αδειανό νανούρισμα,
γίνεται συνήθεια

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Το κουρελάκι

Η ψυχή μου, τρικυμίας θάλασσα σε εύθραυστο κέλυφος
που έτοιμη είναι να σχίσει το σκοτάδι.
Σαν τον χοίρο που με αγκάθια στο κορμί του
κάτω από το πέπλο της νυχτιάς
κυνήγησε το πράσινο βατράχι θρυψαλιάζοντας τα στάχια.
Άδραξε το ποδαράκι του σπάζοντας κόκαλα και σάρκα.
Ανήμπορο το βατράχι φαγώθηκε ως το κεφάλι αφήνοντας στόμα και μάτια ορθάνοιχτα,
ν’ αφουγκράζονται την προσευχή του χοίρου στη σελήνη…
Σύ που αέναα το φώς βραδιάζεις
Και αιώνια από το φώς πεθαίνεις
Που η αργή σου τροχαλία ξυπνά την άγια μελαγχολία
Άσε με εκεί ψηλά ν’ ανέβω
Και να κρυφτώ όπως πρώτα στις σκοτεινές σου τις στοές
Τις κάτασπρες σπηλιές σου πρόσφερε μου
Για να σαλπάρουμε ξανά
Σε άλλα ήμερα νερά
Την προσευχή ο άνεμος μου ψέλλισε στ’ αυτί.
Την άλλη μέρα, σαν άνοιξα τη βιτρίνα,
καμία μάσκα δε βρήκα να στολίσω με την παρουσία μου,
κανένα άρωμα να θυμίζει κάτι από την ψυχή μου,
καμιά λέξη να αρθρώνει τα χείλη μου.
Έτσι, γυμνός κατέβηκα στο δρόμο και όλοι τρελό με ονόμασαν.
Με στήσανε στα μαρμάρινα τους τείχη πετώντας λίθους που ξέσχιζαν σα μαχαίρια το κορμί.
αφήνοντας αιμάτινες κηλίδες να πορφυρίζουν και να ευωδιάζουν σαν τον ανθό της πασχαλιάς το λευκό σκηνικό γύρο μου.
Έτσι με μάζεψε ο άνεμος,
σαν τρύπιο κουρελάκι,
και με έστειλε ξανά κοντά σου
Να σφουγγίζω τις σταγόνες των δακρύων σου.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Νεκρά Όνειρα

Ένας χλιαρός αέρας κυκλοφορούσε στους γκρίζους δρόμους με τα κλειστά μαγαζιά .Τα χλωμά κιτρινισμένα φώτα που κρατούσαν σα λάβαρο οι μολυβένιες στήλες των πεζοδρομίων, έμοιαζαν αδύναμα και υποτάσσονταν στην παντοδυναμία του νυχτερινού πέπλου που πια είχε σκεπάσει την πόλη.Τα πάντα κυλούσαν ήρεμα, γαλήνια, σαν αυτό που επρόκειτο να συμβεί ήταν κομμάτι της καθημερινότητας.Καθισμένος δίπλα στο παράθυρο ο Άγγελος έπλαθε όνειρα και αγνάντευε αυτή τη νοσταλγική πόλη που τον περίμενε, τον περίμενε να την σώσει, να της δώσει πνοή και ελπίδα όπως η έγκυος μητέρα περιμένει να γεννήσει. Μόλις δύο μέρες πριν είχε γιορτάσει τα δεκαέξι του χρόνια ζωής στον κόσμο αυτό. Ήταν μια περίεργη θα λέγαμε οικογενειακή γιορτή! Η κυρία Βενετία σοβαρή ιδιωτική υπάλληλος παιδευόταν με τις ώρες στην κουζίνα για να φτιάξει μια όμορφη τούρτα για τον γιο της, τα λεπτά μακριά της δάχτυλα είχαν πασαλειφθεί από την πραλίνα και την κρέμα και κάθε λίγο ακουμπούσε τον αντίχειρα στην γλώσσα της για να δοκιμάσει. Ο πατέρας του, κύριος Άρης καθόταν στο έντονα φωτισμένο σαλόνι του σπιτιού. Ήταν ένα αρκετά μοντέρνο σαλόνι με δύο καναπέδες έναν μαύρο και έναν άσπρο, απέναντι ήταν το επίσης μαύρο έπιπλο που κρατούσε την τηλεόραση που συχνά ο κύριος Άρης αποκαλούσε χαζοκούτι, ωστόσο του άρεσε να ξημεροβραδιάζεται μπροστά της αλλάζοντας μηχανικά τα κανάλια. Ακουμπισμένος τώρα στον καναπέ διάβαζε την εφημερίδα του που πάντα αγόραζε από ένα περίπτερο τρία τετράγωνα πιο κάτω. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι του έπεσε σε ένα κείμενο που του έκανε εντύπωση και θέλησε να το πει φωναχτά :«Σε κάθε ηλικία του ανθρώπου ανταποκρίνεται μία ορισμένη φιλοσοφία. Το παιδί εμφανίζεται σαν ένας ρεαλιστής, έχει τόση πεποίθηση στην ύπαρξη των αχλαδιών και των μήλων όση και στην δική του ύπαρξη. Ο νέος εκτεθειμένος καθώς είναι στις εσωτερικές θύελλες, στρέφει την προσοχή στον εαυτό του, ψάχνει μέσα του και μεταβάλλεται σε ιδεαλιστή. Αντιθέτως ο ώριμος άντρας έχει κάθε λόγο να γίνει σκεπτικιστής. Αμφιβάλει –με το δίκιο του- αν τα μέσα που έχει επιλέξει για την επίτευξη του σκοπού του είναι σωστά.»Βέβαια κανένας δεν τον άκουσε, η κυρία Βενετία μόλις είχε βάλει το μίξερ και ο Άγγελος είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή βασανίζοντας το κεφάλι του προσπαθώντας να ερμηνεύσει ένα όνειρο που είχε δεί πρόσφατα. «Βαριά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό. Εκεί που τρείς δρόμοι συναντιόνται και μπροστά τους απλώνετε μία βαλτώδης αμμουδιά, ένα σκυλί βρίσκεται πλαγιασμένο στις όχθες της σταχτιάς θάλασσας. Ένα σκηνικό μίζερο, με αποχρώσεις πράσινου και γκρίζου. Ο σκύλος σηκώνει ψηλά την μουσούδα του σαν να θέλει να φτάσει τον ουρανό και αφήνει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό που μοιάζει με θρήνο. Από τους δρόμους ώριμοι πια άνδρες περνούν. Άλλοι προσπερνούν τον σκύλο με ένα ύφος αηδίας στο πρόσωπο τους, άλλοι σταματούν να ακούσουν τον θρήνο του νομίζοντας ότι ακούνε τις δικές τους κραυγές που πια έχει χωνέψει ο χρόνος. Ένας δυνατός κρότος ακούγετε και η βροχή πέφτει.»Η τρανταχτή φωνή του πατέρα του που τον καλούσε για να κόψει την τούρτα τον ξύπνησε από τον βαθύ του συλλογισμό και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Ο Άγγελος ήταν ένας ψηλός έφηβος με μακριά ξανθά μαλλιά που στις άκρες τους σκούραιναν και γύριζαν σαν δαχτυλίδια. Τα μεγάλα μάτια του είχαν το χρώμα που έχει το μέλι, βαθιά σκαμμένα στο πρόσωπό του άφηναν έναν τόνο ευγένειας και καλοσύνης. Το πρόσωπο του είχε γεμίσει με λίγα γένια που άλλες φορές ξύριζε και άλλες όχι, έλεγε ότι μερικές φορές του άρεσε να δείχνει μεγάλος και έτσι άφηνε το γενάκι του να μεγαλώσει. Όταν έφτασε από το δωμάτιο του στο σαλόνι λοιπόν, εκεί τον περίμεναν οι γονείς του όρθιοι ο πατέρας του κρατούσε ένα τυλιγμένο δώρο, ίσως να έμοιαζε με κιθάρα, η μητέρα του κρατούσε την τούρτα που είχε φτιάξει η ίδια. Οι δύο τους ήταν πραγματικά ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Ο μεν κύριος Άρης ήταν ένας ψηλός, αρκετά γοητευτικός άντρας γύρο στα σαράντα πέντε με σκούρα μαύρα μαλλιά που στα πλάγια είχαν είδη αρχίσει να ασπρίζουν, το πρόσωπο του στόλιζε μια όμορφη γενειάδα, τα ζωηρά του μαύρα μάτια σου άφηναν πάντα μια περίεργη οικειότητα. Η κυρία Βενετία και αυτή ψηλή σαν τον άντρα της ήχε κατάξανθα κοντά μαλλιά με λίγες σκουρόχρωμε ανταύγειες, τα μπλε της μάτια θύμιζαν καλοκαιρινό ουρανό και σχεδόν πάντα ήταν χαρούμενα. Πάντως τα πρόσωπα τους τώρα μόνο χαρούμενα δεν ήταν, ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να δείχνουν χαρούμενα, μια έντονη θλίψη κυριαρχούσε στα μάτια τους. Η ίδια θλίψη που κρυβόταν πίσω από τα χαμόγελα τους που έδειχναν όταν ο Άγγελος άρχισε να τους μιλάει για τα όνειρα του τις φιλοδοξίες του. Ήθελε όπως έλεγε να στύψει τον κόσμο να ρουφήξει γνώσεις να ταξιδέψει παντού να ερωτευτεί να δημιουργήσει να χάσει να κερδίσει, να βοηθήσει τους ανθρώπους και όλη μαζί να ζήσουν στην ειρήνη… όλα αυτά τους έλεγε ο Άγγελος και αυτοί τον κοιτούσαν με αυτό το άθλιο χαμόγελο τους που έκρυβε τόσα πολλά.Αυτά σκεφτόταν ακουμπισμένος στο παράθυρο ο Άγγελος. Αυτό το λυπημένο γέλιο τον κέντριζε και πάσχιζε να καταλάβει τι σήμαινε.Σήμερα είχε κανονίσει να βγει με τους δύο κολλητούς του για να πιούνε κανένα ποτό στο κέντρο της πόλης. Ο Άγγελος σηκώθηκε για να ετοιμαστεί, πηγαίνοντας προς το κρεβάτι του είδε την κιθάρα του ακουμπισμένη πάνω στο κόκκινο μαξιλάρι του, πραγματικά ο συνδυασμός του σταχτιού χρώματος της κιθάρας με το βαθύ κόκκινο του μαξιλαριού τον συνεπήρε για λίγο και έμεινε να την κοιτάζει . Την αγαπούσε πάρα πολύ την κιθάρα του, έλεγε πως κάθε νότα που αντηχούσε στο κούφιο κορμί της του θύμιζε παλιές στιγμές της ζωής του, λες και δεν έβγαζε νότες η κιθάρα αλλά φωνές ανθρώπων που ο Άγγελος κατευθείαν αναγνώριζε. Έβαζε μάλιστα και φύλλα από τριαντάφυλλα μέσα της για να έχει μια ευχάριστη μυρωδιά που να θυμίζει άνοιξη. Τώρα έπαιζε ένα παλιό σκοπό που αμέσως στο μυαλό του έφερε την Νεφέλη, αυτήν την όμορφη κοπέλα με τα σκούρα μαλλιά που τραγουδούσε μαζί του και πάντοτε τον έκανε να γελάει. Η Νεφέλη ήταν ο πρώτος του έρωτας, την γνώρισε ένα καλοκαίρι κάτω από ένα χλωμό φεγγάρι που φώτιζε την παραλία και σχημάτιζε έναν δρόμο από ασήμι στην θάλασσα. Αυτός την πλησίασε, τον πλησίασε και αυτή… και έτσι σμίξανε, ευλογημένοι από την αυγουστιάτικη σελήνη. Την σκηνή αυτή του θύμιζε ο σκοπός που έπαιζε ο Άγγελος στην κιθάρα του. Τώρα πια όμως η Νεφέλη δεν ήταν στη ζωή του.. ούτε καν θυμόταν τον λόγο που χώρισαν.Τώρα θα ετοιμαζόταν για να συναντήσει τους φίλους του στην πόλη με τα χλομά κίτρινα φώτα, αυτήν την πόλη που τον περίμενε. Φόρεσε το καφέ κοτλέ παντελόνι του που το στήριζε μια καφέ ξεφτισμένη ζώνη την οποία συνόδευαν τα καφέ του παπούτσια και το κυπαρισσί του φανελάκι. Μετά πήγε και ζήτησε λεφτά από την μητέρα του και η κυρία Βενετία του έδωσε δύο πενηντάρικα λέγοντας του ότι πρέπει να κεράσει τους φίλους του και αν θέλει να αγοράσει κάτι για τον εαυτό του μετά. Κατεβαίνοντας προς την πλατεία ο Άγγελος σταμάτησε στο περίπτερο για να χαλάσει το ένα πενηντάρικο κα να αγοράσει τσιγάρα ο περιπτεράς πάντα καχύποπτος και αχώνευτος εξέτασε τέσσερις φορές το πενηντάρικο πριν το δεχτεί, τόσα χρόνια από αυτό το περίπτερο ψώνιζε ο Άγγελος όπως και ο πατέρας του και όμως το όνομα αυτού του περιπτερά ποτέ του δεν το έμαθε και η φάτσα του έμενε πάντα το ίδιο ξινισμένη σκυθρωπή και καχύποπτη. Πηγαίνοντας πιο βαθιά προς το κέντρο της πόλης ο Άγγελος είχε την ιδέα να κόψει δρόμο από τα στενά σοκάκια. Μια απίστευτη μπόχα κυρίευε σε αυτά τα βρωμερά σοκάκια τα πεζοδρόμια έδειχναν πρασινισμένα από την απλυσιά οι πολυκατοικίες ψηλές άγαρμπες και άσχημες με πλαστικά παράθυρα και καφέ – γκρι τοίχους κάτι λάμπες από τα μπαλκόνια έριχναν λίγο φως στα στενά και άλλες φορές αντικατοπτριζόταν στα βρώμικα νερά των βόθρων. Ο Άγγελος πήρε την απόφαση να περάσει από εκεί μέσα, το είχε ξανακάνει άλλωστε. Καθώς προχωρούσε συνάντησε στον δρόμο του έναν ζητιάνο, με άθλια ξεσκισμένα ρούχα Ήταν μεγάλος σε ηλικία και αυτό φαινόταν από την μακριά λιγδιασμένη γενειάδα και εξίσου λιγδιασμένα μαλλιά του τα οποία πια ήταν γκρι και άσπρα. Τρία κιτρινισμένα δόντια όλα και όλα στόλιζαν τα ούλα του και η μεγάλη γαμψή του μύτη τον έκανε να μοιάζει με γέροντα δρυΐδη παρά την αισχρή κατάστασή του. Ο γέροντας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του ζητώντας ελεημοσύνη από τον Άγγελο που τώρα πέρναγε από μπροστά του. Αυτός σταμάτησε μία περίεργη δύναμη μέσα τον έκανε να θέλει να βοηθήσει αυτόν τον γεροντάκο. Έβγαλε ένα ταληράκι από το πορτοφόλι του και το άφησε στα τρεμάμενα χέρια του ζητιάνου. Αυτουνού τα δύο γαλάζια μπιρμπιλωτά ματάκια του άστραψαν σαν να μην περίμενε ποτέ ότι κάποιος σε αυτόν τον κόσμο θα τον λυπηθεί και μάλιστα με μία τόσο γενναιόδωρη πράξη! Ένα ολόκληρο ταληράκι, επιτέλους θα φάω σαν δίποδο ζώο είπε ο γέροντας με έναν τόνο αυτοσαρκασμού, σε ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου καλέ μου άνθρωπε σου δίνω την ευχή μου να κάνεις ότι θέλεις στη ζωή αυτή και είμαι σίγουρος ότι μπορείς εσύ παλικάρι μου! Γιατί μόνο οι ελεήμονες και οι ταπεινοί θα προοδεύσουν και θα φτάσουν στον ανώτερο σκοπό του ανθρώπου και εσύ αγόρι μου το ξέρω καλά είσαι αυτός είσαι ο σωτήρας μας…. σε ευχαριστώ νεαρέ μου! Σε ευχαριστώ! Ο Άγγελος άκουγε τα λόγια του γέροντα χωρίς να πει κουβέντα και απαντούσε με ένα όμορφο λαμπερό χαμόγελο που σε έκανε πραγματικά να ξεχνάς σε τι άθλιο μέρος βρισκόσουν. Φτάνοντας στο κέντρο της πλατείας ο Άγγελος άναψε ένα τσιγάρο και πήγε να βρει τους φίλους του Αντρέα και Απόστολο. Ο Ανδρέας ήταν μία αστεία, σχεδόν γελοία φιγούρα, κοντόχοντρος με αρκετά μεγάλο κεφάλι και μαλλιά κουρεμένα με την ψηλή. Τα χείλη του ήταν παχιά και τα δύο του μάτια μαύρα πάντα παιχνιδιάρικα. Φορούσε ένα μπλε τζίν που το κρατούσαν δύο άσπρες τιράντες και μία κόκκινη μπλούζα όπως πάντα λερωμένη από λαδιές. Ο Απόστολος από την άλλη είχε και αυτός κοντά μαλλιά κόκκινα όμως και ήταν υπερβολικά ψιλός και λεπτός τα πρόσωπό του ήταν γεμάτο από σπυράκια και τα μάτια του ήταν πάντα υγρά με ένα παγερό γαλάζιο χρώμα τα ρούχα του ανάλογα ένα μπλε τζίν και μία πορτοκαλί πεντακάθαρη φανέλα. Το μπαρ που θα πήγαιναν να κάτσουν λεγόταν Staghead και ήταν ένα όμορφο ερημικό μπαράκι που έπαιζε απαλή τζαζ μουσική. Είχε καθίσματα μέσα και έξω. Μέσα έκανε αρκετή ζέστη για να κάτσουν γι’ αυτό προτίμησαν να κάτσουν έξω που είχε όμορφους καναπέδες από μπαμπού με ωραία απαλά μαξιλάρια σε πολλά διαφορετικά χρώματα. Μόλις ο Άγγελος έφτασε στο μπαρ οι φίλοι του σηκώθηκαν σχεδόν ιπποτικά να τον χαιρετήσουν ο ένας μετά τον άλλο με τόσο μεγάλη υπερβολή μάλιστα που ήταν λες και αγκάλιαζαν έναν άρρωστο. Ο Άγγελος παραξενεύτηκε με αυτήν την στάση των φίλων του αλλά δεν την σχολίασε, ανταπέδωσε τους χαιρετισμούς και έκατσε στον καναπέ…. Από την στιγμή λοιπόν που έκατσε μέχρι την στιγμή που σηκώθηκε ο Άγγελος είχαν περάσει τέσσερις ώρες και η μητέρα του είχε αρχίσει να ανησυχεί με αποτέλεσμα να τον παίρνει κάθε λίγο και λιγάκι τηλέφωνο, η ώρα ήταν τέσσερις τα χαράματα και οι τρεις φίλοι έπρεπε να χωρίσουν. Αυτές τις τέσσερις ώρες που ήταν μαζί μιλήσανε σχεδόν για τα πάντα, μιλήσανε για την κοινωνική αδικία στον κόσμο για τους φτωχούς, για τον πόλεμο και τα δεινά του, για την ανάγκη της παγκόσμιας ειρήνης, για το πώς θα επιτευχτεί ένας τέτοιος στόχος, μιλήσανε για τον θεό για την πίστη και την λατρεία, παρουσίασε ο ένας στον άλλο τα ποιητικά του κατορθώματα… ήταν μία γεμάτη βραδιά. Ο Άγγελος έπρεπε πια να φύγει.. σηκώθηκε πλήρωσε και χαιρέτησε τους φίλους του. Για να μην χάνει χρόνο ξαναπέρασε από το στενάκι, με τους βρωμερούς δρόμους που περιέργως έδειχναν ακόμα πιο σάπιοι και άσχημοι. Ο Άγγελος περπατούσε γρήγορα δεν του άρεσε το στενάκι και πια του προκαλούσε μεγάλη δυσφορία. Περπατούσε ακόμα πιο γρήγορα και έβλεπε σκιές να τον κυκλώνουν όπως όταν οι αγέλες κυκλώνουν το θήραμα τους για να το κατασπαράξουν. Τρομαγμένος πια ο Άγγελος έτρεχε ακούγοντας πίσω του φωνές και βρισιές τα μάτια του είχαν γουρλώσει και η καρδία του χτύπαγε δυνατά σαν πολεμικό εμβατήριο. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να τον τραβά με δύναμη από τον ώμο και να τον πετάει κάτω, ένα πιστόλι πρόλαβε να δει και μια μαύρη φιγούρα, ακούστηκε ο κρότος, ήταν ο κρότος που έκανε η σφαίρα όταν έφυγε από την κάνη του όπλου, έφυγε και καρφώθηκε ακριβώς στην καρδιά του μικρού Άγγελου δεν ένοιωσε πόνο δεν ένοιωσε τίποτα μόνο ένα γιατί πρόλαβε να αρθρώσει μα τον έπνιξε το κόκκινο ξεστό αίμα που ανέβηκε στο στόμα του. Η μαύρη φιγούρα έσκυψε. Ήταν ο Γέροντας Ζητιάνος! Ο ίδιος που πριν λίγες ώρες δέχτηκε την ελεημοσύνη του. Το πρόσωπό του ήταν απαθές και οργισμένο όσο κοίταγε το άψυχο κορμί του Άγγελου κάτι ψέλλισε στραβώνοντας τα χείλια. Έψαξε τις τσέπες του πήρε το πορτοφόλι του και εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδιΌμως το γιατί του Άγγελου παρέμεινε ένα ερωτηματικό. Η πόλη συνέχισε τους άθλιους και σιχαμένους ρυθμούς της σαν να μην έγινε τίποτα. Σαν αυτό να ήταν κομμάτι της καθημερινότητας.

Μετά το αλαλούμ

Ερημικό παλάτι σκηνικό
Και εγώ εγκλωβισμένος στην τρυφή του.
Μοναδικός κληρονόμος μιας χρυσαφένιας στάχτης.
Αποκλεισμένα με κυνηγούν οι αψίδες οι κίονες και τα πάνω πατώματα.
Την σιωπή μας κληρονόμησα
και αδίκως ψάχνω συντροφιά
Ταραξίας σκόνης, φωνάζουν τα παιδία και γελούν δείχνοντας το άσπρο μου κεφάλι.
Ίπταμαι σαν διάτρητο από το σκότος φάντασμα
στο δωμάτιο του καθρέπτη που με ρόδα και λεμονανθούς στόλιζα,
να μυρίζει επιτάφιο,
να θυμίζει τη νιότη μου που έπαψε να ανθίζει
Μα να! Εδώ είναι τα ψύχουλα,
τι ευτυχία!
Ελάτε αδέλφια μου νεκροί να κάνουμε αντάρα .
Να γκρεμίσουμε τους τοίχους,
να ξυπνήσουμε τους στίχους
Σάβανα ξετυλίγονται ευθύς και των θεών ηχούν οι σκουριασμένες σάλπιγγες,
δύο φιγούρες μπρούτζινες προβάλλουν,
με σουβλερό γένι λικνίζοντας τα μπράτσα τους σα φίδια
Κλοιό σχηματίζουν γύρο μου και τα μαύρα μάτια τους αγριεύουν.
Ουρλιάζουν σε άγνωστους σκοπούς, σουρίζοντας την ύπαρξη τους στον αέρα ξερνώντας φωτιές και ποτάμια,
.επικαλούμενοι θεούς που κρύβονται στα χώματα και τους ανέμους.
Και εκεί που όλα τέλεια όδευαν στο τέλος, τα ψίχουλα φτερούγισαν σε άλλα σκοτεινά και αραχνιασμένα δωμάτια.
Το αλαλούμ σταμάτησε όπως η βροχή στο καλοκαίρι.
Κουλουριάζομε στο γκρίζο φως της νοσταλγίας,
αφήνοντας τις τελευταίες στάλες της βροχής
κρύσταλλο να γίνουν πάνω στ’ άψυχο μου σώμα.
Το σκηνικό μας ήταν ένα παλατάκι ερημικό, ασκητικό, ταπεινό και ασύχναστο

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Το τραγικό ζωύφιο


Γύρω από τη φλόγα του κεριού.
το πράσινο ζουζούνι κύκλους κάνει .
Ζεσταίνεται και φεύγει
κρυώνει και ξανάρχεται

Ώσπου από το πολύ ζουζούνισμα
ζαλίζεται και πέφτει ύπτια
κάτω, στης γης τον πράσινο σωρό
περιμένοντας το επόμενο ζουζούνι

Η πεταλούδα της νύχτας,
με φτερά που άβυσσο θυμίζουν στ’ άνοιγμα
και σχίζουν τον αέρα ,
με τις θεόρατες αντένες στο κεφάλι που σαλεύουν

ευθύς μες την φλόγα πέφτει .
Αφήνοντας αστρόσκονη στον αέρα να πλανάται.
Αφήνοντας στο τελευταίο της βούισμα ,
νότες φριχτές να αντηχήσουν

Και μόλις το καψαλισμένο της κουφάρι,
γκρεμιστεί στο κοκκινόχωμα ,
εκεί που μύρια μυρμήγκια μεριμνούν
και καρτερούν βροχή.

Σύσσωμα την κυκλώνουνε
και αρχίζουν μοιρολόι .
Ύστερα στις πλάτες τους υψώνουνε
το μυροβόλο καρβουνάκι

Κύκλους διαγράφοντας
στη βάση του κεριού.
Ενός κεριού κατάλευκου .
Από κείνα που δε λιώνουν.


Δεν μπορώ

Να! Δες το μεγαλείο σαν περάσει
Μια σκιά αγγελική
ξεχύνετε στο ακροθαλάσσι

Δε μπορώ να την κοιτώ,
κρυστάλλινοι καρποί
συγκρούσεων με ένα τίποτα.,
μου σφάλισαν τα μάτια

Άκου! Γλυκές οι νότες στάζουν,
σαν αίμα από πληγή.
Πέσμου, δε σε τρομάζουν?

Δε μπορώ να ακούω πια.
Μαράθηκε η ψυχή μου ,
και άλλων σειρήνων κάλεσμα,
δε πρόκειται ν’ακούσω

Μύρισε! Το άρωμα χιμά.
Ψυχή τρελών διάτρητη
θυμίζει, που πονά

Δε μπορώ. Οσφραίνομαι το χώμα.
Βαρύ με σκέπασε.
Όταν στη χούφτα ακόμα το κρατούσα,
μα σα ποτάμι, το άφησα να ρέει