
Ο χώρος μονό για τα όνειρα κοιμάται,
βέβαια εφιάλτες συνήθως βλέπει
Μακρόσυρτα ουρλιαχτά αχνών Νοτιάδων
που χάθηκαν κάτω απ’ της γέφυρας τα σαπισμένα σίδερα.
Ξεφτισμένες μάζες ονείρων που τις ρούφηξε
ωκεανός και τις ξέβρασε
στους σκοτεινούς σορούς μιας αμμουδιάς.
Το τρεμάμενο δάχτυλο του γέροντα που δείχνει
το θαμπό ζερό, πεδίο μάχης θεών κι ανθρώπων.
Το σκίασμα το δρεπανιού που ξαγρυπνά στα στήθια μας.
Το σκιάχτρο των αγρών που καλεί ετοιμοθάνατους
ν΄αρπάξουν τους αιώνιους καρπούς, ελεύθεροι πια απ’ τα δεσμά τους.
Ο λύκος μακριά από την αγέλη, συνοδεύει υμνώντας
το ξεμύτιασμα του φεγγαριού στα νώτα των βουνών.
Φλογίτσα κιτρινισμένου κεριού στ’ αρπακτικό σκοτάδι˙ είναι η ψυχή;
Το πέταγμα της φωτεινής αχτίδας που στόχο δεν βρίσκει,
βούισμα πεταλούδας σε λευκό κρανίο.
Άνοιγμα βλεφάρων, ο χρόνος επιστρέφει
και τ’ αδειανό νανούρισμα,
γίνεται συνήθεια
βέβαια εφιάλτες συνήθως βλέπει
Μακρόσυρτα ουρλιαχτά αχνών Νοτιάδων
που χάθηκαν κάτω απ’ της γέφυρας τα σαπισμένα σίδερα.
Ξεφτισμένες μάζες ονείρων που τις ρούφηξε
ωκεανός και τις ξέβρασε
στους σκοτεινούς σορούς μιας αμμουδιάς.
Το τρεμάμενο δάχτυλο του γέροντα που δείχνει
το θαμπό ζερό, πεδίο μάχης θεών κι ανθρώπων.
Το σκίασμα το δρεπανιού που ξαγρυπνά στα στήθια μας.
Το σκιάχτρο των αγρών που καλεί ετοιμοθάνατους
ν΄αρπάξουν τους αιώνιους καρπούς, ελεύθεροι πια απ’ τα δεσμά τους.
Ο λύκος μακριά από την αγέλη, συνοδεύει υμνώντας
το ξεμύτιασμα του φεγγαριού στα νώτα των βουνών.
Φλογίτσα κιτρινισμένου κεριού στ’ αρπακτικό σκοτάδι˙ είναι η ψυχή;
Το πέταγμα της φωτεινής αχτίδας που στόχο δεν βρίσκει,
βούισμα πεταλούδας σε λευκό κρανίο.
Άνοιγμα βλεφάρων, ο χρόνος επιστρέφει
και τ’ αδειανό νανούρισμα,
γίνεται συνήθεια
