Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Νεφ




Ο χώρος μονό για τα όνειρα κοιμάται,
βέβαια εφιάλτες συνήθως βλέπει

Μακρόσυρτα ουρλιαχτά αχνών Νοτιάδων
που χάθηκαν κάτω απ’ της γέφυρας τα σαπισμένα σίδερα.

Ξεφτισμένες μάζες ονείρων που τις ρούφηξε
ωκεανός και τις ξέβρασε
στους σκοτεινούς σορούς μιας αμμουδιάς.

Το τρεμάμενο δάχτυλο του γέροντα που δείχνει
το θαμπό ζερό, πεδίο μάχης θεών κι ανθρώπων.

Το σκίασμα το δρεπανιού που ξαγρυπνά στα στήθια μας.

Το σκιάχτρο των αγρών που καλεί ετοιμοθάνατους
ν΄αρπάξουν τους αιώνιους καρπούς, ελεύθεροι πια απ’ τα δεσμά τους.

Ο λύκος μακριά από την αγέλη, συνοδεύει υμνώντας
το ξεμύτιασμα του φεγγαριού στα νώτα των βουνών.

Φλογίτσα κιτρινισμένου κεριού στ’ αρπακτικό σκοτάδι˙ είναι η ψυχή;

Το πέταγμα της φωτεινής αχτίδας που στόχο δεν βρίσκει,
βούισμα πεταλούδας σε λευκό κρανίο.

Άνοιγμα βλεφάρων, ο χρόνος επιστρέφει
και τ’ αδειανό νανούρισμα,
γίνεται συνήθεια

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Το κουρελάκι

Η ψυχή μου, τρικυμίας θάλασσα σε εύθραυστο κέλυφος
που έτοιμη είναι να σχίσει το σκοτάδι.
Σαν τον χοίρο που με αγκάθια στο κορμί του
κάτω από το πέπλο της νυχτιάς
κυνήγησε το πράσινο βατράχι θρυψαλιάζοντας τα στάχια.
Άδραξε το ποδαράκι του σπάζοντας κόκαλα και σάρκα.
Ανήμπορο το βατράχι φαγώθηκε ως το κεφάλι αφήνοντας στόμα και μάτια ορθάνοιχτα,
ν’ αφουγκράζονται την προσευχή του χοίρου στη σελήνη…
Σύ που αέναα το φώς βραδιάζεις
Και αιώνια από το φώς πεθαίνεις
Που η αργή σου τροχαλία ξυπνά την άγια μελαγχολία
Άσε με εκεί ψηλά ν’ ανέβω
Και να κρυφτώ όπως πρώτα στις σκοτεινές σου τις στοές
Τις κάτασπρες σπηλιές σου πρόσφερε μου
Για να σαλπάρουμε ξανά
Σε άλλα ήμερα νερά
Την προσευχή ο άνεμος μου ψέλλισε στ’ αυτί.
Την άλλη μέρα, σαν άνοιξα τη βιτρίνα,
καμία μάσκα δε βρήκα να στολίσω με την παρουσία μου,
κανένα άρωμα να θυμίζει κάτι από την ψυχή μου,
καμιά λέξη να αρθρώνει τα χείλη μου.
Έτσι, γυμνός κατέβηκα στο δρόμο και όλοι τρελό με ονόμασαν.
Με στήσανε στα μαρμάρινα τους τείχη πετώντας λίθους που ξέσχιζαν σα μαχαίρια το κορμί.
αφήνοντας αιμάτινες κηλίδες να πορφυρίζουν και να ευωδιάζουν σαν τον ανθό της πασχαλιάς το λευκό σκηνικό γύρο μου.
Έτσι με μάζεψε ο άνεμος,
σαν τρύπιο κουρελάκι,
και με έστειλε ξανά κοντά σου
Να σφουγγίζω τις σταγόνες των δακρύων σου.